
Υπάρχουν άνθρωποι που ζουν με ένα άγχος χωρίς να μπορούν να εξηγήσουν από πού γεννήθηκε. Άλλοι επαναλαμβάνουν τις ίδιες σχέσεις, τα ίδια αδιέξοδα ή τις ίδιες επιλογές, παρόλο που κάθε φορά υπόσχονται στον εαυτό τους ότι «αυτή τη φορά θα είναι διαφορετικά».
Κάποιοι δυσκολεύονται να εμπιστευτούν. Άλλοι απομακρύνονται μόλις κάποιος τους πλησιάσει. Κάποιοι αισθάνονται ότι πρέπει συνεχώς να αποδεικνύουν την αξία τους. Και άλλοι ζουν σαν το σώμα τους να βρίσκεται διαρκώς σε επιφυλακή, ακόμη κι όταν η πραγματικότητα δεν το δικαιολογεί.
Κάπου εκεί γεννιέται ένα ερώτημα: Από πού έρχεται όλο αυτό;
Αφού δεν υπάρχει κάποια ανάμνηση που να το εξηγεί, γιατί το σώμα αντιδρά σαν να γνωρίζει κάτι που ο νους δεν θυμάται;
Τα τελευταία χρόνια, η επιστήμη έχει αρχίσει να φωτίζει αυτό το ερώτημα από μια διαφορετική οπτική. Η επιγενετική μελετά πώς παράγοντες όπως το περιβάλλον και οι εμπειρίες της ζωής, ιδιαίτερα το έντονο στρες, συνδέονται με αλλαγές στον τρόπο που εκφράζονται τα γονίδιά μας.
Δεν αλλάζει απαραίτητα η αλληλουχία του DNA. Μπορεί, όμως, να αλλάξει ο τρόπος με τον οποίο ο οργανισμός χρησιμοποιεί αυτές τις πληροφορίες.
Με απλά λόγια, το σώμα μαθαίνει και προσαρμόζεται. Και πολλές φορές συνεχίζει να λειτουργεί με βάση όσα έμαθε, ακόμη κι όταν ο αρχικός κίνδυνος έχει περάσει.
Οι εμπειρίες μας μπορούν να επηρεάσουν τον τρόπο με τον οποίο αντιδρούμε στο περιβάλλον, διαχειριζόμαστε το στρες και σχετιζόμαστε με τους άλλους. Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε αντίδραση οφείλεται σε ένα κρυμμένο τραύμα, αλλά ότι η βιολογία, η ψυχολογία και το περιβάλλον αλληλεπιδρούν με σύνθετους τρόπους.
Το πιο ενδιαφέρον, όμως, είναι ότι αυτή η ιστορία ίσως δεν ξεκινά πάντοτε από εμάς.
Σε μια γνωστή μελέτη των Brian Dias και Kerry Ressler στο Emory University, ποντίκια εκπαιδεύτηκαν να φοβούνται μια συγκεκριμένη μυρωδιά. Οι απόγονοί τους, χωρίς να έχουν εκτεθεί ποτέ στο ίδιο ερέθισμα, παρουσίασαν αυξημένη ευαισθησία απέναντί της.
Δεν κληρονόμησαν τη μνήμη του γεγονότος. Τα ευρήματα έδειξαν ότι η εμπειρία των γονέων συνδέθηκε με αλλαγές στην ευαισθησία των απογόνων τους, αν και οι μηχανισμοί και η σημασία αυτών των ευρημάτων χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία.
Αντίστοιχα, έρευνες της Rachel Yehuda σε απογόνους ανθρώπων που βίωσαν ακραία τραύματα, όπως το Ολοκαύτωμα, έχουν εξετάσει διαγενεακές επιδράσεις σε βιολογικούς μηχανισμούς που σχετίζονται με την απόκριση στο στρες.
Οι έρευνες αυτές δεν αποδεικνύουν ότι κληρονομούμε τις αναμνήσεις ή τα τραύματα των προγόνων μας αυτούσια. Υποδεικνύουν, ωστόσο, ότι οι επιπτώσεις ακραίων εμπειριών μπορεί να συνδέονται με βιολογικούς και ψυχοκοινωνικούς παράγοντες που επηρεάζουν τις επόμενες γενιές.
Στους ανθρώπους, είναι δύσκολο να διαχωριστούν πλήρως οι βιολογικές επιδράσεις από το οικογενειακό περιβάλλον, τις σχέσεις και τις συμπεριφορές που μεταδίδονται από γενιά σε γενιά.
Ίσως, λοιπόν, κάποια από όσα βιώνουμε σήμερα να αποτελούν μέρος μιας ιστορίας μεγαλύτερης από την προσωπική μας ιστορία. Μιας ιστορίας που συνεχίζεται μέσα από το σώμα, το νευρικό σύστημα, τις σχέσεις και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο.
Σαν μια σκυτάλη που περνά από γενιά σε γενιά.
Ερευνητές, κλινικοί και συγγραφείς από διαφορετικά πεδία έχουν ασχοληθεί με τη σχέση ανάμεσα στο σώμα, το περιβάλλον και την ανθρώπινη εμπειρία.
Ο Gabor Maté έχει γράψει εκτενώς για τη σχέση ανάμεσα στο τραύμα, το στρες και την υγεία. Ο Bruce Lipton έχει αναπτύξει μια προσωπική θεωρητική προσέγγιση γύρω από την επιρροή του περιβάλλοντος στη βιολογία, η οποία περιλαμβάνει ισχυρισμούς που δεν αποτελούν επιστημονική συναίνεση. Ο Gregg Braden προσεγγίζει τη σχέση επιστήμης και συνείδησης περισσότερο από φιλοσοφική και πνευματική σκοπιά.
Οι προσεγγίσεις τους διαφέρουν και δεν έχουν όλες την ίδια επιστημονική τεκμηρίωση. Το ερώτημα, όμως, που αναδύεται παραμένει ιδιαίτερα ενδιαφέρον:
Πόσο από αυτό που θεωρούμε «εαυτό» είναι συνειδητή επιλογή και πόσο είναι προσαρμογή;
Οι εμπειρίες μας, οι σχέσεις μας και το περιβάλλον στο οποίο μεγαλώνουμε επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας. Μαθαίνουμε να προστατευόμαστε, να αποφεύγουμε τον κίνδυνο, να αναζητούμε αποδοχή ή να αντιδρούμε με συγκεκριμένους τρόπους.
Κάποιες από αυτές τις αντιδράσεις μάς βοηθούν σε μια δεδομένη στιγμή της ζωής μας. Αργότερα, όμως, μπορεί να συνεχίζουμε να τις επαναλαμβάνουμε ακόμη κι όταν δεν μας εξυπηρετούν πλέον.
Το γεγονός ότι επηρεαζόμαστε από όσα προηγήθηκαν δεν σημαίνει ότι είμαστε καταδικασμένοι να τα επαναλαμβάνουμε.
Αν ο εγκέφαλος και το νευρικό σύστημα μπορούν να αλλάζουν μέσα από την εμπειρία, τότε υπάρχει χώρος για νέες αντιδράσεις, νέες συνήθειες και διαφορετικούς τρόπους σύνδεσης με τους άλλους.
Εδώ αποκτά ουσιαστικό νόημα η συνειδητότητα. Είναι η στιγμή που κάποιος σταματά και παρατηρεί τι σκέφτεται, τι αισθάνεται και τι επαναλαμβάνει.
Αντί να αντιδράσει αυτόματα, δημιουργεί λίγο χώρο ανάμεσα στο ερέθισμα και στην αντίδρασή του. Αρχίζει να αναγνωρίζει τι τον φοβίζει, τι τον κάνει να απομακρύνεται, τι τον οδηγεί να αναζητά διαρκώς επιβεβαίωση ή τι τον κρατά εγκλωβισμένο σε γνώριμες καταστάσεις.
Και μπορεί να αναρωτηθεί:
Είναι πραγματικά δικό μου ή είναι ένα μοτίβο που συνεχίζεται μέσα από εμένα;
Η απάντηση δεν είναι πάντοτε απλή. Δεν χρειάζεται κάθε ανθρώπινη εμπειρία να εξηγηθεί μόνο μέσα από τα γονίδια, μόνο μέσα από την ψυχολογία ή μόνο μέσα από την πνευματικότητα.
Το σώμα καταγράφει εμπειρίες με τη μορφή φυσιολογικών και νευρικών αντιδράσεων. Ο εγκέφαλος μαθαίνει και προσαρμόζεται. Οι σχέσεις και το περιβάλλον επηρεάζουν τη συμπεριφορά μας.
Ο άνθρωπος, όμως, έχει και την ικανότητα να παρατηρεί, να αποκτά επίγνωση και να αναζητά διαφορετικούς τρόπους να ανταποκρίνεται σε όσα βιώνει.
Αυτή η αλλαγή δεν σημαίνει ότι μπορούμε να ελέγξουμε τα πάντα ή ότι αρκεί η θετική σκέψη για να ξεπεράσουμε κάθε δυσκολία. Σημαίνει ότι η αναγνώριση ενός μοτίβου μπορεί να αποτελέσει την αρχή μιας διαφορετικής σχέσης μαζί του.
Η ψυχοθεραπεία, οι ασφαλείς σχέσεις, η εξάσκηση νέων δεξιοτήτων και η καλλιέργεια της επίγνωσης μπορούν, ανάλογα με τις ανάγκες κάθε ανθρώπου, να συμβάλουν σε αυτή τη διαδικασία.
Ίσως τελικά η μεγαλύτερη ελευθερία να μη βρίσκεται στο να αλλάξει το παρελθόν, αλλά στο να αλλάξει η σχέση μας με αυτό. Να αναγνωρίσουμε τι μας επηρέασε, χωρίς να θεωρούμε ότι αυτό καθορίζει αναπόφευκτα το μέλλον μας.
Το παρελθόν αποτελεί μέρος της ιστορίας μας. Δεν είναι, όμως, ολόκληρη η ταυτότητά μας.
Μπορούμε να αναγνωρίσουμε τις εμπειρίες που μας διαμόρφωσαν, να κατανοήσουμε τις αντιδράσεις μας και να εξερευνήσουμε νέους τρόπους να σχετιζόμαστε με τον εαυτό μας και τους άλλους.
Δεν χρειάζεται να αρνηθούμε όσα συνέβησαν. Χρειάζεται να δημιουργήσουμε χώρο ώστε να μην καθορίζουν αυτόματα όσα θα συμβούν στη συνέχεια.
Το σώμα θυμάται. Η ιστορία συνεχίζεται. Η επίγνωση, όμως, δημιουργεί χώρο για επιλογή.
Δεν υπάρχουν μόνο σωστές και λάθος επιλογές. Υπάρχουν και επιλογές που γίνονται ασυνείδητα, μέσα από συνήθειες και γνώριμες αντιδράσεις, και επιλογές που προκύπτουν όταν σταματάμε, παρατηρούμε και αποφασίζουμε συνειδητά.
Και ίσως η συνειδητότητα να είναι ακριβώς αυτό:
Η στιγμή που η σκυτάλη περνά από τα χέρια της συνήθειας στα χέρια της επιλογής.
